στο λεξικό PONS
δίπλωμα [ˈðiplɔma] SUBST ουδ
1. δίπλωμα (δίπλωση: ρούχων κτλ):
- δίπλωμα
- Falten ουδ
2. δίπλωμα (τύλιγμα):
- δίπλωμα
- Einwickeln ουδ
3. δίπλωμα (πτυχίο):
- δίπλωμα
- Diplom ουδ
- δίπλωμα ανώτατης σχολής
- Hochschulabschluss αρσ
- δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
- Patent ουδ
- κάτοχος mf διπλώματος ευρεσιτεχνίας
- Patentinhaber(in) αρσ (θηλ)
- χορήγηση θηλ διπλώματος ευρεσιτεχνίας
- Patenterteilung θηλ
- έξοδα ουδ πλ χορήγησης διπλώματος ευρεσιτεχνίας
- Patentierungskosten πλ
- μητώο ουδ διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας
- Patentregister ουδ
- τμήμα ουδ διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας
- Patentabteilung θηλ
- διδακτορικό δίπλωμα
- Doktortitel αρσ
4. δίπλωμα (οδηγού):
- δίπλωμα
- Führerschein αρσ
- δίπλωμα οδήγησης
- Führerschein αρσ
- δίπλωμα οδήγησης
- Fahrerlaubnis θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δίπλωμα ουδ ευρεσιτεχνίας
- Patent ουδ
- διδακτορικό δίπλωμα
- Doktortitel αρσ
- δίπλωμα οδήγησης
- Führerschein αρσ
- βγάζω δίπλωμα (αυτοκινήτου)
- den Führerschein machen
- δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
- Patent ουδ