στο λεξικό PONS
ευημερ|ώ <-είς, -ησα> [ɛvimɛˈrɔ] VERB αμετάβ
1. ευημερώ (προοδεύω):
- ευημερώ
- gedeihen
- η νέα του επιχείρηση ευημερεί (προοδεύει με γρήγορο ρυθμό)
- seine neue Firma blüht und gedeiht
2. ευημερώ (ζω χωρίς υλικές στερήσεις):
- ευημερώ
- im Wohlstand leben