στο λεξικό PONS
I. ζαρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [zaˈrɔnɔ] VERB μεταβ
1. ζαρώνω (πουκάμισο):
- ζαρώνω
- zerknittern
2. ζαρώνω (το μέτωπο, τα φρύδια):
- ζαρώνω
- runzeln
II. ζαρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [zaˈrɔnɔ] VERB αμετάβ
1. ζαρώνω (για ρούχα: σχηματίζω ζάρες):
- ζαρώνω
- knittern
- ζαρώνει εύκολα
- es knittert leicht
2. ζαρώνω (για μέτωπο):
- ζαρώνω
- sich in Falten legen
3. ζαρώνω μτφ (μαζεύομαι):
- ζαρώνω
- sich kauern
- ζάρωσε στη γωνιά
- er hat sich in die Ecke gekauert
- τι ζάρωσες εκεί;
- was hast du dich da hingekauert?
- το κοριτσάκι ζάρωσε στην αγκαλιά του
- das kleine Mädchen kauerte sich an ihn
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.