στο λεξικό PONS
έμπειρ|ος <-η, -ο> [ˈɛmbirɔs] ΕΠΊΘ
- έμπειρος σε
- erfahren in +δοτ
- ένας έμπειρος δάσκαλος
- ein erfahrener Lehrer αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ένας έμπειρος δάσκαλος
- ein erfahrener Lehrer αρσ