στο λεξικό PONS
συνεπ|ής <-ής, -ές> [sinɛˈpis] ΕΠΊΘ
1. συνεπής (σύμφωνος):
- είμαι συνεπής προς κάτι
- mit etw im Einklang stehen
2. συνεπής (από χαρακτήρα):
- συνεπής
- konsequent
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είμαι συνεπής προς κάτι
- mit etw im Einklang stehen