στο λεξικό PONS
- αναφέρομαι σε
- sich beziehen auf +αιτ
- sich beziehen
- αναφέρομαι
- aufgreifen
- αναφέρομαι σε
- auf jdn/etw zu sprechen kommen
- αναφέρομαι σε κάποιον/κάτι
- anknüpfen
- αναφέρομαι σε, επηρεάζομαι από
- auf etw/jdn Bezug nehmen
- αναφέρομαι σε κάτι/κάποιον
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.