στο λεξικό PONS
I. πιστ|εύω <-εψα> [pisˈtɛvɔ] VERB μεταβ
1. πιστεύω (θεωρώ αλήθεια):
- πιστεύω κάτι
- etw glauben
- πιστεύω κάποιον
- jdm glauben
- πιστεύω σε κάποιον/κάτι
- an jdn/etw glauben
- δεν πίστευα τα μάτια μου
- ich traute meinen Augen nicht
2. πιστεύω (νομίζω):
- πιστεύω
- glauben, denken
II. πιστ|εύω [pisˈtɛvɔ] SUBST ουδ αμετάβλ
- πιστεύω
- Glaubensbekenntnis ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πιστεύω κάτι
- etw glauben
- πιστεύω κάποιον
- jdm glauben
- πιστεύω ακόμα στα παραμύθια μτφ
- noch an den Weihnachtsmann glauben
- πιστεύω σε κάποιον/κάτι
- an jdn/etw glauben
- αυτό με έκανε να μην τον πιστεύω πια καθόλου
- das hat mich dazu gebracht, ihm überhaupt nicht mehr zu glauben