στο λεξικό PONS
I. λε|κιάζω <-κιασα, -κιάστηκα, -κιασμένος> [lɛˈcazɔ] VERB μεταβ
1. λεκιάζω (κηλιδώνω):
- λεκιάζω
- fleckig machen
2. λεκιάζω μτφ (υπόληψη κτλ):
- λεκιάζω
- beflecken
II. λε|κιάζω <-κιασα, -κιάστηκα, -κιασμένος> [lɛˈcazɔ] VERB αμετάβ (σχηματίζω λεκέδες)
- λεκιάζω
- Flecken bekommen
- λεκιάζει πολύ εύκολα
- es bekommt sehr leicht Flecken
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.