στο λεξικό PONS
- μερικοί
- einige
- μερικοί από σας
- einige von euch
- μερικοί νομίζουν ότι …
- manche glauben, dass …
- μερικοί άνθρωποι πιστεύουν ότι …
- manche Leute glauben, dass …
- bestimmt
- μερικοί, ορισμένοι
- mehrere
- μερικοί, περισσότεροι
- manch ein Mensch
- μερικοί άνθρωποι
- manche von uns
- μερικοί από μας
- man kann es auch übertreiben
- μερικοί το παρακάνουν
- mancher lernt's nie
- μερικοί δε μαθαίνουν ποτέ
- es gibt welche, die glauben …
- υπάρχουν μερικοί που νομίζουν …
- einzelne Besucher kamen schon früher
- μερικοί επισκέπτες ήρθαν κιόλας νωρίτερα
- einige Abgeordnete verließen demonstrativ den Saal
- μερικοί βουλευτές εγκατέλειψαν επιδεικτικά την αίθουσα
- die Schüler beziehungsweise einige Schüler haben sich beschwert
- οι μαθητές, ή καλύτερα, μερικοί μαθητές παραπονέθηκαν