στο λεξικό PONS
βόσκ|ω [ˈvɔskɔ], βοσκ|ώ [vɔsˈkɔ] <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> VERB μεταβ/αμετάβ
- βόσκω
- weiden
- πού βόσκει ο νους σου;
- wo bist du mit deinen Gedanken?
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.