στο λεξικό PONS
νόμιμ|ος <-η, -ο> [ˈnɔmimɔs] ΕΠΊΘ
1. νόμιμος (όχι αθέμιτος):
- νόμιμος
- legal, rechtmäßig
2. νόμιμος (κληρονόμος κτλ):
- νόμιμος
- rechtmäßig
3. νόμιμος (παιδί):
- νόμιμος
- ehelich
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- νόμιμος κληρονόμος
- gesetzlicher Erbe αρσ