στο λεξικό PONS
σπρώ|χνω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ˈzbrɔxnɔ] VERB μεταβ
1. σπρώχνω (άνθρωπο: γερά):
- σπρώχνω
- stoßen
2. σπρώχνω (ελαφριά):
- σπρώχνω
- schubsen
3. σπρώχνω (αντικείμενο: σκουντώ):
- σπρώχνω
- schieben
4. σπρώχνω (αυτοκίνητο):
- σπρώχνω
- anschieben
5. σπρώχνω μτφ (παρακινώ):
- σπρώχνω
- antreiben
- τον έσπρωξε να …
- er/sie hat ihn dazu angetrieben, zu …