στο λεξικό PONS
αποδεικνύω
αποδεικνύω s. αποδείχνω
I. αποδεί|χνω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [apɔˈðixnɔ] VERB μεταβ
1. αποδείχνω ΜΑΘ:
- αποδείχνω
- beweisen
2. αποδείχνω (τεκμηριώνω):
- αποδείχνω
- belegen
II. αποδείχνομαι VERB αυτοπ ρήμα
- αποδείχνομαι
- sich erweisen als
- αποδείχτηκε σωστό
- es erwies sich als richtig
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.