στο λεξικό PONS
εμποδί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ɛmbɔˈðizɔ] VERB μεταβ
1. εμποδίζω (δεν αφήνω, δε διευκολύνω):
- εμποδίζω
- hindern
- εμπόδισα το σκυλί να τρέξει έξω
- ich habe den Hund daran gehindert, hinauszulaufen
- τι σε εμπόδισε να το κάνεις;
- was hat dich daran gehindert, es zu tun?
- αυτό δε θα με εμποδίσει να πάω
- das wird mich nicht daran hindern hinzugehen
- τι τον εμποδίζει να το κάνει;
- was hindert ihn daran, es zu tun?
2. εμποδίζω (παρεμβάλλω εμπόδια, ενοχλώ):
- εμποδίζω
- behindern
- εμποδίζω την κυκλοφορία
- den Verkehr behindern
- την εμπόδισε στην εκτέλεση των καθηκόντων της
- er behinderte sie bei der Erfüllung ihrer Pflicht
3. εμποδίζω (αποτρέπω):
- εμποδίζω
- verhindern
- δεν πρόλαβαν να εμποδίσουν τη φιλονικία
- sie konnten den Streit nicht mehr verhindern
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εμποδίζω την κυκλοφορία
- den Verkehr behindern