στο λεξικό PONS
I. κολλ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [kɔˈlɔ] VERB μεταβ
1. κολλώ (με κόλλα):
- κολλώ
- kleben
- το κόλλησα στον τοίχο
- ich habe es an die Wand geklebt
2. κολλώ (περισσότερα κομμάτια):
- κολλώ
- zusammenkleben
- τα κόλλησα
- ich habe sie zusammengeklebt
- τα κόλλησα όλα
- ich habe alles zusammengeklebt
3. κολλώ (μέταλλο: με καλάι):
- κολλώ
- löten
4. κολλώ (μέταλλο: με ηλεκτροκόλληση, με οξυγόνο):
- κολλώ
- schweißen
5. κολλώ (τοιχοκολλώ):
- κολλώ
- ankleben
6. κολλώ (μεταδίδω: αρρώστια, κέφι):
- με κόλλησε
- er hat mich angesteckt, ich habe mich bei ihm angesteckt
- το κέφι του μας κόλλησε
- seine gute Laune hat uns angesteckt
II. κολλ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [kɔˈlɔ] VERB αμετάβ
1. κολλώ (ενώνομαι):
- κολλώ
- zusammenkleben
- μην τα πιάνεις, περίμενε να κολλήσουν (καλά)
- fass sie nicht an, warte bis sie (richtig) zusammengeklebt sind
2. κολλώ (μένω κολλημένος):
- κολλώ
- sich festkleben
- δεν μπορώ να το βγάλω, κόλλησε
- ich bekomme es nicht ab, es hat sich/ist festgeklebt
- στη βράση κολλάει το σίδερο παροιμ
- man muss das Eisen schmieden, solange es heiß ist
3. κολλώ (είμαι κολλώδης):
- κολλώ
- kleben
- μην το πιάνεις, κολλάει
- fass es nicht an, es klebt
4. κολλώ (αρρωσταίνω):
- κόλλησα γρίπη
- ich habe die Grippe bekommen
5. κολλώ (μένω κοντά σε κάτι):
- τι κόλλησες δίπλα μου τώρα;
- was hast du dich jetzt so an mich gehängt?
- αυτός κολλάει σαν βδέλλα
- der ist eine richtige Klette
- αυτός πίσω μας τι κόλλησε έτσι πάνω μας τώρα; (με αυτοκίνητο)
- was hat der hinter uns sich jetzt so an uns gehängt?
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.