στο λεξικό PONS
I. κουτσ|αίνω <-ανα> [kuˈtsɛnɔ] VERB αμετάβ (χωλαίνω)
- κουτσαίνω
- hinken
II. κουτσ|αίνω <-ανα> [kuˈtsɛnɔ] VERB μεταβ (κάνω κουτσό)
- κουτσαίνω
- verkrüppeln
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.