στο λεξικό PONS
I. θαμπώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [θamˈbɔnɔ] VERB μεταβ
θαμπώνω μτφ:
- θαμπώνω (συσκοτίζω την όραση) (καταπλήσσω)
- blenden
II. θαμπώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [θamˈbɔnɔ] VERB αμετάβ
1. θαμπώνω (γίνομαι θαμπός):
- θαμπώνω
- sich trüben
2. θαμπώνω (γυαλί: από υγρασία):
- θαμπώνω
- beschlagen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.