στο λεξικό PONS
σύνολο [ˈsinɔlɔ] SUBST ουδ
1. σύνολο (ακέραιη ποσότητα):
- σύνολο
- Gesamtheit θηλ
- στο σύνολό του/της/του
- in seiner/ihrer/seiner Gesamtheit
- εν συνόλω
- insgesamt
- το σύνολο των εισαγωγών/εξαγωγών ΟΙΚΟΝ
- die Gesamteinfuhr/Gesamtausfuhr θηλ
2. σύνολο (αριθμός):
- σύνολο
- Summe θηλ
3. σύνολο ΜΑΘ:
- σύνολο
- Menge θηλ
- ανοιχτό/κλειστό σύνολο
- offene/abgeschlossene Menge θηλ
- αριθμήσιμο σύνολο
- abzählbare Menge θηλ
- γενικό σύνολο ΟΙΚΟΝ
- Gesamtsumme θηλ
- διατεταγμένο σύνολο
- geordnete Menge θηλ
- κυρτό σύνολο
- konvexe Menge θηλ
- πεπερασμένο σύνολο
- endliche Menge θηλ
- συμπαγές/δισυμπαγές σύνολο
- kompakte/bikompakte Menge θηλ
- συμπληρωματικό σύνολο
- Komplementärmenge θηλ
- τέλειο σύνολο
- perfekte Menge θηλ
- φραγμένο σύνολο
- beschränkte Menge θηλ
σύνολο SUBST
- σύνολο (γυναικείο κοστούμι) ουδ
- Kostüm ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αριθμήσιμο σύνολο
- abzählbare Menge θηλ
- πεπερασμένο σύνολο
- endliche Menge θηλ
- προσυμπαγές σύνολο
- präkompakte Menge θηλ
- γενικό σύνολο ΟΙΚΟΝ
- Gesamtsumme θηλ
- διατεταγμένο σύνολο
- geordnete Menge θηλ