στο λεξικό PONS
I. λασκάρ|ω <-α [ή -ισα], -ισμένος> [lasˈkarɔ] VERB μεταβ
- λασκάρω
- lockern, locker machen
II. λασκάρ|ω <-α [ή -ισα], -ισμένος> [lasˈkarɔ] VERB αμετάβ
- λασκάρω
- sich lockern
- η βίδα λασκάρισε
- die Schraube hat sich gelockert
- του λασκάρισε η βίδα μτφ
- er hat eine Schraube locker
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- λασκάρω τα λουριά μτφ
- die Zügel lockern