στο λεξικό PONS
συνέδριο [siˈnɛðriɔ] SUBST ουδ
- συνέδριο
- Kongress αρσ
- συνέδριο
- Konferenz θηλ
- ετήσιο γενικό συνέδριο
- Jahreshauptversammlung θηλ
- νομισματικό συνέδριο
- Währungskonferenz θηλ
- παγκόσμιο οικονομικό συνέδριο
- Weltwirtschaftsgipfel αρσ
- Ελεγκτικό Συνέδριο (της ΕΕ)
- Europäischer Rechnungshof αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- νομισματικό συνέδριο
- Währungskonferenz θηλ
- Ελεγκτικό Συνέδριο (της ΕΕ)
- Europäischer Rechnungshof αρσ
- ετήσιο γενικό συνέδριο
- Jahreshauptversammlung θηλ
- παγκόσμιο οικονομικό συνέδριο
- Weltwirtschaftsgipfel αρσ
- Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο EE
- Europäischer Rechnungshof αρσ