στο λεξικό PONS
γεωλογία [jɛɔlɔˈjia] SUBST θηλ
- γεωλογία
- Geologie θηλ
- δυναμική γεωλογία
- dynamische Geologie θηλ
- ιστορική γεωλογία
- historische Geologie θηλ
- οικονομική γεωλογία
- ökonomische Geologie θηλ
- γεωλογία παγετώνων
- Glazialgeologie θηλ
- περιοχική γεωλογία
- Regionalgeologie θηλ
- γεωλογία υπαίθρου
- Feldgeologie θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- οικονομική γεωλογία
- ökonomische Geologie θηλ
- δυναμική γεωλογία
- dynamische Geologie θηλ
- ιστορική γεωλογία
- historische Geologie θηλ
- γεωλογία παγετώνων
- Glazialgeologie θηλ
- περιοχική γεωλογία
- Regionalgeologie θηλ