στο λεξικό PONS
κατ|αστρέφω <-άστρεψα [ή -έστρεψα], -αστράφηκα, -αστραμμένος> [kataˈstrɛfɔ] VERB μεταβ
1. καταστρέφω (αφανίζω):
- καταστρέφω
- zerstören
2. καταστρέφω (άνθρωπο, την υπόστασή του):
- καταστρέφω
- ruinieren
- καταστράφηκα!
- ich bin ruiniert!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καταστρέφω την υγεία μου
- seine Gesundheit ruinieren