στο λεξικό PONS
αέρας [aˈɛras] SUBST αρσ
1. αέρας (της ατμόσφαιρας):
- αέρας
- Luft θηλ
- πεπιεσμένος αέρας
- Druckluft θηλ
- (θαλάσσιος) πολικός αέρας ΜΕΤΕΩΡ
- (maritime) Polarluft θηλ
- (θαλάσσιος) τροπικός αέρας ΜΕΤΕΩΡ
- (maritime) Tropikluft θηλ
- αέρας σε υγρή κατάσταση
- flüssige Luft θηλ
- αέρας κοπανιστός μτφ
- heiße Luft θηλ
- πάω να πάρω λίγο αέρα
- ein bisschen frische Luft schnappen gehen
- τινάζομαι στον αέρα (από θυμό)
- in die Luft gehen
- τινάζομαι στον αέρα (κτήριο)
- in die Luft fliegen/gehen
- τινάζω στον άερα
- in die Luft jagen
- έχω αέρα στο στομάχι
- Blähungen haben
- κάτι υπάρχει στον αέρα μτφ
- irgendetwas liegt in der Luft
- χάνω αέρα (σαμπρέλα)
- Luft verlieren
- δίνω αέρα σε κάποιον
- jdm viel Freiraum lassen
- γίνομαι αέρας μτφ
- sich in Luft auflösen
- ζω με αέρα (τρώω ελάχιστα)
- von Luft leben
2. αέρας (άνεμος):
- αέρας
- Wind αρσ
- φυσάει δυνατός αέρας
- es weht ein heftiger Wind
- έχει (πολύ) αέρα σήμερα
- heute ist es (sehr) windig
- ο αέρας δυνάμωσε/έκοψε
- der Wind hat zugenommen/sich gelegt
- κόβω τον αέρα σε κάποιον
- jdm den Wind aus den Segeln nehmen
- μιλάω στον αέρα
- in den Wind reden
- (από τις επιτυχίες του) πήραν τα μυαλά του αέρα
- sein Erfolg ist ihm in den Kopf gestiegen
- αυτά είναι λόγια του αέρα
- das ist alles nur Wind
- υποσχέσεις θηλ πλ του αέρα
- leere Versprechungen θηλ πλ
3. αέρας (ευχέρεια):
- έχει πάρει τον αέρα της δουλειάς
- er hat die Arbeit jetzt im Griff
4. αέρας (ύφος):
- αέρας
- Air ουδ
- έχει αέρα πριγκίπισσας
- sie wirkt wie eine Prinzessin
5. αέρας (χρηματική αποζημίωση):
- αέρας
- Abstandszahlung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αέρας κοπανιστός μτφ
- heiße Luft θηλ
- γίνομαι αέρας μτφ
- sich in Luft auflösen
- πεπιεσμένος αέρας
- Druckluft θηλ
- πελαγήσιος αέρας
- Meereswind αρσ
- δροσάτος αέρας
- frischer Wind αρσ