στο λεξικό PONS
καταρρ|έω <-ευσα> [kataˈrɛɔ] VERB αμετάβ
1. καταρρέω (κτήριο):
- καταρρέω
- einstürzen
2. καταρρέω (οικονομία κτλ, άνθρωπος):
- καταρρέω
- zusammenbrechen
καταρρέω VERB
- καταρρέω σαν τραπουλόχαρτο
- wie ein Kartenhaus einstürzen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.