στο λεξικό PONS
μετ|αδίνω [mɛtaˈðinɔ], μετ|αδίδω [mɛtaˈðiðɔ] <-άδωσα [ή -έδωσα], -αδώθηκα, -αδωμένος [ή -αδεδωμένος] > VERB μεταβ
1. μεταδίνω (αρρώστια) ΡΑΔΙΟΦ:
- μεταδίνω
- übertragen
2. μεταδίνω (πληροφορίες):
- μεταδίνω
- weiterleiten
3. μεταδίνω (ηλεκτρισμό, θερμότητα):
- μεταδίνω
- leiten
4. μεταδίνω (αισθήματα: εκφράζω):
- μεταδίνω
- ausdrücken
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.