στο λεξικό PONS
βιαστικ|ός <-ή, -ό> [vjastiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. βιαστικός:
- βιαστικός
- eilig
- είμαι βιαστικός
- es eilig haben
2. βιαστικός (απερίσκεπτος):
- βιαστικός
- übereilt
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είμαι βιαστικός
- es eilig haben
Αναζήτηση στο λεξικό
- βήχω
- βία
- βιάζομαι
- βιάζω
- βιαιοπραγία
- βιαστικός
- βιασύνη
- βιβάρι
- βιβλιακός
- βιβλιάριο
- βιβλιεμπόριο