στο λεξικό PONS
ανάξι|ος <-α, -ο> [aˈnaksiɔs] ΕΠΊΘ
1. ανάξιος (μη άξιος):
- ανάξιος
- unwürdig
- είναι ανάξιος της αγάπης σου
- er ist deiner Liebe γεν nicht würdig
- ανάξιος λόγου
- nicht der Rede γεν wert
2. ανάξιος (ανίκανος):
- ανάξιος
- unfähig
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ανάξιος λόγου
- nicht der Rede γεν wert
- είναι ανάξιος της αγάπης σου
- er ist deiner Liebe γεν nicht würdig