στο λεξικό PONS
χορός [xɔˈrɔs] SUBST αρσ
1. χορός (σύνολο κινήσεων):
- χορός
- Tanz αρσ
- όποιος μπαίνει στο χορό πρέπει να χορέψει παροιμ
- wer A sagt, muss auch B sagen
2. χορός (χοροεσπερίδα):
- χορός
- Ball αρσ
- χορός μεταμφιεσμένων
- Maskenball αρσ
3. χορός (σύνολο τραγουδιστών):
- χορός
- Chor αρσ
- εν χορώ
- im Chor
4. χορός (τμήμα ναού):
- χορός
- Chor αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χορός αρσ μασκέ
- Maskenball αρσ
- χορός αρσ δαιμόνων
- Chaos ουδ
- χορός μεταμφιεσμένων
- Maskenball αρσ