στο λεξικό PONS
I. πιστ|ός <-ή, -ό> [pisˈtɔs] ΕΠΊΘ
1. πιστός (σύντροφος, φίλος):
- πιστός σε κάποιον/κάτι
- treu jdm/einer Sache
- μένω πιστός στις αρχές μου
- seinen Grundsätzen treu bleiben
2. πιστός (ακριβής: αντιγραφή):
- πιστός
- getreu
3. πιστός ΘΡΗΣΚ:
- πιστός
- gläubig
II. πιστ|ός [pisˈtɔs] SUBST αρσ meist πλ
- πιστός
- Gläubige(r) αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μένω πιστός στις αρχές μου
- seinen Grundsätzen treu bleiben