στο λεξικό PONS
I. κρυώ|νω <-σα, -μένος> [kriˈɔnɔ] VERB μεταβ (ψύχω)
- κρυώνω
- kühlen
II. κρυώ|νω <-σα, -μένος> [kriˈɔnɔ] VERB αμετάβ
1. κρυώνω (ψυχραίνομαι):
- κρυώνω
- kalt werden
- ο καιρός θα κρυώσει
- es wird kalt werden
2. κρυώνω (κρυολογώ):
- κρυώνω
- sich erkälten
3. κρυώνω (αισθάνομαι κρύο):
- κρυώνω
- mir ist kalt
- κρύωσα
- mir ist kalt geworden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κρυώνω
- mir ist kalt