στο λεξικό PONS
ερευνητής (ερευνήτρια) [ɛrɛvniˈtis, ɛrɛvˈnitria] SUBST αρσ/θηλ (θηλ)
1. ερευνητής (άνθρωπος):
- ερευνητής (ερευνήτρια)
- Forscher(in) αρσ (θηλ)
2. ερευνητής ΜΗΧΑΝΙΚΉ:
- ερευνητής (ερευνήτρια)
- Detektor αρσ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.