στο λεξικό PONS
στοιχειώδ|ης <-ης, -ες> [stiçiˈɔðis] ΕΠΊΘ
- στοιχειώδης
- grundlegend, Grund-, elementar
- στοιχειώδης έννοια
- Grundbegriff αρσ
- στοιχειώδες σωματίδιο
- Elementarteilchen ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- στοιχειώδης έννοια
- Grundbegriff αρσ