στο λεξικό PONS
φύσ|η <-εις> [ˈfisi] SUBST θηλ
1. φύση ΦΥΣ:
- φύση
- Natur θηλ
- παρά φύση
- widernatürlich
- είναι από τη φύση του/εκ φύσεως …
- er ist von Natur aus …
- νεκρή φύση
- Stillleben ουδ
2. φύση (ιδιοσυστασία, χαρακτήρας):
- φύση
- Wesen ουδ
3. φύση (ενός πράγματος: είδος):
- φύση
- Beschaffenheit θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- νεκρή φύση
- Stillleben ουδ
- παρά φύση
- widernatürlich
- η μητέρα φύση
- Mutter θηλ Natur
- είναι από τη φύση του/εκ φύσεως …
- er ist von Natur aus …