στο λεξικό PONS
κέρδος [ˈcɛrðɔs] SUBST ουδ ΟΙΚΟΝ
- κέρδος
- Gewinn αρσ
- χωρίς κέρδη
- ertraglos, ohne Gewinn
- αποφέρω/δίνω κέρδος
- Gewinn abwerfen/einbringen
- ακαθάριστο/μικτό κέρδος
- Bruttogewinn αρσ
- αναμενόμενα κέρδη
- Gewinnerwartungen θηλ πλ
- απροσδόκητα κέρδη
- unerwarteter Gewinn αρσ ενικ
- διαφυγόν κέρδος
- Gewinnverlust αρσ
- διαφυγόν κέρδος
- entgangener Gewinn αρσ
- εικονικό κέρδος
- Scheingewinn αρσ
- ετήσια κέρδη (από επιχειρησιακή δραστηριότητα)
- Jahresgewinn αρσ ενικ
- ετήσια κέρδη (μισθός)
- Jahreseinnahmen θηλ πλ
- καθαρό κέρδος
- Nettogewinn αρσ
- καθαρό κέρδος
- Reingewinn αρσ
- κεφαλαιακό κέρδος
- Veräußerungsgewinn αρσ
- μετοχικό κέρδος
- Aktienertrag αρσ
- ολικό/συνολικό κέρδος
- Gesamtgewinn αρσ
- οριακό κέρδος
- Grenzgewinn αρσ
- πλεονάζον κέρδος
- Gewinnüberschuss αρσ
- ποσοστό ουδ κέρδους
- Gewinnquote θηλ
- πραγματικό κέρδος
- Effektivgewinn αρσ
- κέρδη ουδ πλ προ φόρων
- Gewinn αρσ ενικ vor Steuern
- ανάληψη θηλ κερδών
- Gewinnentnahme θηλ
- αποθεματικό ουδ κερδών
- Gewinnrücklage θηλ
- αύξηση θηλ των κερδών
- Gewinnsteigerung θηλ
- διανομή θηλ των κερδών (παροχή)
- Gewinnausschüttung θηλ
- διανομή θηλ των κερδών (κατανομή)
- Gewinnverteilung θηλ
- έλλειψη θηλ κερδών
- Ertraglosigkeit θηλ
- εξακρίβωση θηλ των κερδών
- Gewinnermittlung θηλ
- επίτευξη θηλ κέρδους
- Gewinnerzielung θηλ
- ισολογισμός αρσ κερδών και ζημιών
- Gewinn- und Verlustrechnung θηλ
- κατανομή θηλ των κερδών
- Gewinnverteilung θηλ
- μετατόπιση θηλ των κερδών
- Gewinnverlagerung θηλ
- σημείο ουδ μηδενικών κερδών
- Gewinnschwelle θηλ
- σημείο ουδ μηδενικών κερδών
- Kostendeckungspunkt αρσ
- υπολογισμός αρσ των κερδών (λογαριασμός)
- Gewinnberechnung θηλ
- υπολογισμός αρσ των κερδών (εκτίμηση)
- Gewinnschätzung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μικτό κέρδος
- Bruttogewinn αρσ
- δίνω κέρδος
- Gewinn abwerfen
- διαφυγόν κέρδος
- Gewinnverlust αρσ
- εικονικό κέρδος
- Scheingewinn αρσ
- καθαρό κέρδος
- Nettogewinn αρσ