στο λεξικό PONS
βρά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ˈvrazɔ] VERB μεταβ/αμετάβ
- βράζω
- kochen
- εσύ βράσε το νερό, εγώ θα …
- koch du das Wasser, ich werde …
- όλοι σ' ένα καζάνι βράζουμε
- wir sitzen alle im selben Boot
- βράζω από το κακό μου
- vor Wut kochen
- να τον βράσω!
- dieser Verfluchte!
- βράσ' τα (κι άσ' τα)!
- vergiss es (einfach)!
βραζω
- βραζω
- kochen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βράζω από το κακό μου
- vor Wut kochen