στο λεξικό PONS
τοποθετ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [tɔpɔθɛˈtɔ] VERB μεταβ
1. τοποθετώ (πράγμα):
- τοποθετώ
- aufstellen
2. τοποθετώ (υπάλληλο):
- τοποθετώ
- anstellen
3. τοποθετώ (χρήματα):
- τοποθετώ
- anlegen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.