στο λεξικό PONS
I. ντύ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ˈdinɔ] VERB μεταβ
1. ντύνω (άνθρωπο):
- ντύνω
- anziehen
2. ντύνω (πολυθρόνα κτλ):
- ντύνω
- beziehen
II. ντύνομαι VERB αυτοπ ρήμα
- ντύνομαι
- sich anziehen
- ντύνομαι ελαφριά/βαριά
- leichte/schwere Kleidung anziehen
- ντύνομαι καλά (ωραία ή ζεστά)
- sich gut anziehen
- ντύνομαι σαν κρεμμύδι
- zig Sachen übereinander anziehen
- ντύνομαι στ' άσπρα
- sich ganz in Weiß anziehen
- ντυμένος στην τρίχα/πένα
- piekfein angezogen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.