στο λεξικό PONS
I. σφυρί|ζω <-ξα> [sfiˈrizɔ] VERB αμετάβ
- σφυρίζω
- pfeifen
II. σφυρί|ζω <-ξα> [sfiˈrizɔ] VERB μεταβ
1. σφυρίζω (ηθοποιό κτλ: αποδοκιμάζω):
- σφυρίζω
- auspfeifen
2. σφυρίζω μτφ (φανερώνω):
- σφυρίζω
- verpfeifen
- σφυρίζω κάτι σε κάποιον
- etw bei jdm verpfeifen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σφυρίζω κάτι σε κάποιον
- etw bei jdm verpfeifen