στο λεξικό PONS
χρόνος [ˈxrɔnɔs] SUBST αρσ
1. χρόνος:
- χρόνος
- Zeit θηλ
- δε με πήρε ο χρόνος να το κάνω
- ich hatte nicht die Zeit, es zu tun
- δεν έχουμε χρόνο
- wir haben keine Zeit
- εκτός χρόνου
- ungelegen
- εκτός τόπου και χρόνου
- völlig unpassend
- ο χρόνος είναι χρήμα
- Zeit ist Geld
- ελεύθερος χρόνος
- Freizeit θηλ
- από αρχαιοτάτων χρόνων
- seit alters her θηλ
- σε χρόνο ρεκόρ
- in Rekordzeit
- ενδιάμεσος χρόνος
- Zwischenzeit θηλ
- αστρικός χρόνος
- Sternzeit θηλ
- γεωλογικός χρόνος
- geologische Zeit θηλ
- νεκρός χρόνος ΗΛΕΚ
- Totzeit θηλ
- νεκρός χρόνος ΟΙΚΟΝ (παραγωγής)
- Ausfallzeit θηλ
- πραγματικός χρόνος Η/Υ
- Echtzeit θηλ
- σε πραγματικό χρόνο
- in Echtzeit
- επεξεργασία θηλ σε πραγματικό χρόνο
- Echtzeitverarbeitung θηλ
- λειτουργία θηλ σε πραγματικό χρόνο
- Echtzeitbetrieb αρσ
- ρολόι ουδ πραγματικού χρόνου
- Echtzeituhr θηλ
- απώλεια θηλ χρόνου
- Zeitverlust αρσ
- είναι ζήτημα χρόνου
- das ist eine Zeitfrage
2. χρόνος (έτος):
- χρόνος
- Jahr ουδ
- πόσων χρονών είναι;
- wie alt ist er/sie?
- είναι δώδεκα χρονών
- er/sie ist zwölf Jahre alt
- του χρόνου
- nächstes Jahr
- του χρόνου τέτοιον καιρό
- nächstes Jahr um diese Zeit
- χρόνια και ζαμάνια έχουμε να τη δούμε
- wir haben sie schon seit Ewigkeiten nicht mehr gesehen
- τον πήραν τα χρόνια
- er ist in die Jahre gekommen
- έχει τα χρονάκια του
- er hat schon einige Jährchen auf dem Buckel
- δίσεκτος χρόνος
- Schaltjahr ουδ
- δίσεκτος χρόνος μτφ
- Unglücksjahr ουδ
- οι νεότεροι χρόνοι (η συμερινή εποχή)
- die Neuzeit θηλ ενικ
- αρχή θηλ του χρόνου
- Jahresbeginn αρσ
- αρχή θηλ του χρόνου
- Jahresanfang αρσ
- τέλος ουδ του χρόνου
- Jahresende ουδ
3. χρόνος ΓΛΩΣΣ:
- χρόνος
- Zeit θηλ
- χρόνος
- Tempus ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει
- jahraus, jahrein
- χρόνος αρσ μαθητείας
- Lehrzeit θηλ
- χρόνος αρσ φόρτωσης
- Ladezeit θηλ
- χρόνος αρσ έκθεσης ΦΩΤΟΓΡ
- Belichtungszeit θηλ
- χρόνος αρσ αναμονής
- Wartezeit θηλ