στο λεξικό PONS
I. ανακατ|εύω <-εψα, -εύτηκα, -εμένος> [anakaˈtɛvɔ] VERB μεταβ
1. ανακατεύω (αναμειγνύω):
- ανακατεύω
- (ver)mischen
- ανακατεύω κανέλα με ζάχαρη
- Zimt mit Zucker vermischen
2. ανακατεύω (κάποιον σε κάποια υπόθεση):
- ανακατεύω κάποιον σε
- verwickeln jdn in +αιτ
3. ανακατεύω (τσάι, καφέ):
- ανακατεύω
- umrühren
4. ανακατεύω (τράπουλα):
- ανακατεύω
- mischen
5. ανακατεύω (φωτιά):
- ανακατεύω
- schüren
6. ανακατεύω (φέρνω ακαταστασία):
- ανακατεύω
- durcheinanderbringen
- τα 'χεις όλα ανακατωμένα στο μυαλό σου
- du bist völlig durcheinander
7. ανακατεύω (φέρνω αναγούλα):
- η μουστάρδα μου ανακάτεψε το στομάχι
- vom Senf ist mir übel geworden
8. ανακατεύω (συγχέω: ονόματα):
- ανακατεύω
- verwechseln
II. ανακατεύομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. ανακατεύομαι (μπλέκω χωρίς να το θέλω):
- ανακατεύομαι σε
- hineingeraten in +αιτ
- πώς ανακατεύτηκα κι εγώ δεν ξέρω
- wie bin ich da nur hineingeraten
2. ανακατεύομαι (σε κάποια υπόθεση):
- ανακατεύομαι σε
- sich einmischen in +αιτ
- ανακατεύομαι σε ξένες υποθέσεις
- sich in fremde Angelegenheiten einmischen
- ανακατεύεται παντού
- er mischt sich überall ein
- μην ανακατεύεσαι εσύ
- misch du dich da nicht ein
- δε θέλω να ανακατευτώ καθόλου σ' αυτό
- damit will ich überhaupt nichts zu tun haben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ανακατεύω κανέλα με ζάχαρη
- Zimt mit Zucker vermischen
- ανακατεύω τα υλικά μέχρι να ομογενοποιηθούν ΜΑΓΕΙΡ
- die Zutaten zu einer homogenen Masse rühren