στο λεξικό PONS
διάθεσ|η <-εις> [ðiˈaθɛsi] SUBST θηλ
1. διάθεση (δυνατότητα χρησιμοποίησης):
- διάθεση
- Verfügung θηλ
- έχω κάτι στη διάθεσή μου
- etw zur Verfügung haben
- είμαι στη διάθεση κάποιου
- jdm zur Verfügung stehen
- θέτω κάτι στη διάθεση κάποιου
- jdm etw zur Verfügung stellen
- τίθεμαι στη διάθεση κάποιου
- sich jdm zur Verfügung stellen
2. διάθεση (κέφι):
- διάθεση
- Stimmung θηλ
- είμαι σε καλή/άσχημη διάθεση
- gut/schlecht gestimmt sein
- έχω καλές/κακές διαθέσεις απέναντι σε κάποιον
- eine gute/schlechte Einstellung jdm gegenüber haben
3. διάθεση (όρεξη):
- διάθεση
- Lust θηλ
- δεν έχω διάθεση για τηλεόραση τώρα
- ich habe jetzt keine Lust auf Fernsehen
- έχεις διάθεση να …;
- hast du Lust, zu …?
4. διάθεση (προθυμία):
- διάθεση
- Bereitschaft θηλ
- δεν έδειξε διάθεση να μας βοηθήσει
- er zeigte keine Bereitschaft, uns zu helfen
- θα μας βοηθούσε, αν είχε τη διάθεση
- er würde uns helfen, wenn er dazu bereit wäre
5. διάθεση (αποβλήτων):
- διάθεση
- Entsorgung θηλ
- διάθεση απορριμμάτων
- Abfallentsorgung θηλ
6. διάθεση (εμπορευμάτων):
- διάθεση
- Verkauf αρσ
- διάθεση
- Absatz αρσ
- αποκλειστική διάθεση
- Alleinverkauf αρσ
- δικαίωμα ουδ αποκλειστικής διάθεσης
- Alleinverkaufsrecht ουδ
7. διάθεση (πρόθεση, σκοπός):
- διαθέσεις
- Absichten θηλ πλ
8. διάθεση ΓΛΩΣΣ:
- ενεργητική διάθεση
- Aktiv ουδ
- παθητική διάθεση
- Passiv ουδ
- μέση διάθεση
- Medium ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διάθεση θηλ λυμάτων
- Abwasserentsorgung θηλ
- ψυχική διάθεση
- Gemütszustand αρσ
- διάθεση απορριμμάτων
- Abfallentsorgung θηλ
- αποκλειστική διάθεση
- Alleinverkauf αρσ
- ενεργητική διάθεση
- Aktiv ουδ