στο λεξικό PONS
αλλού [aˈlu] ΕΠΊΡΡ
1. αλλού (βρισκόμενος σε άλλον τόπο):
- αλλού
- woanders
- αλλού
- anderswo
2. αλλού (προς άλλον τόπο):
- αλλού
- woandershin
- αλλού αυτά! οικ
- das kannst du deiner Großmutter erzählen!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αλλού αυτά! οικ
- das kannst du deiner Großmutter erzählen!
- δεν ήμασταν πουθενά αλλού
- sonst sind wir nirgendwo gewesen
- πήγαινε κάπου αλλού
- geh irgendwo anders hin
- αλλού να τα πουλάς αυτά! μτφ
- das kannst du mir nicht verkaufen!, das kannst du einem anderen erzählen!
- πρέπει να 'ναι κάπου αλλού
- es muss irgendwo anders sein