στο λεξικό PONS
I. πασαλεί|βω [pasaˈlivɔ], πασαλεί|φω [pasaˈlifɔ] <-ψα, -φτηκα, -μμένος> VERB μεταβ
- πασαλείβω μια επιφάνεια με λάδι (για να τη δουλέψω)
- eine Fläche mit Öl einschmieren
- πασαλείβω μια επιφάνεια με λάδι (τη λερώνω)
- eine Fläche mit Öl beschmieren
- τα πασάλειψες όλα!
- du hast alles verschmiert/beschmiert!
- πασαλείβω το πρόσωπό μου με κρέμα
- sein Gesicht mit Creme einschmieren
II. πασαλείβομαι VERB αυτοπ ρήμα
- πασαλείβομαι (με σοκολάτα)
- sich (mit Schokolade) beschmieren
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πασαλείβω μια επιφάνεια με λάδι (για να τη δουλέψω)
- eine Fläche mit Öl einschmieren
- πασαλείβω το πρόσωπό μου με κρέμα
- sein Gesicht mit Creme einschmieren