στο λεξικό PONS
πρωινό [prɔiˈnɔ] SUBST ουδ
1. πρωινό (φαγητό):
- πρωινό
- Frühstück ουδ
- παίρνω το πρωινό μου
- frühstücken
2. πρωινό (πρωί):
- πρωινό
- Morgen αρσ
πρωινό SUBST
- πρωινό
- das Morgenmahl
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πρωϊνό πρόγραμμα TV
- Vormittagsprogramm ουδ
- πρωινό διάλειμμα
- Vormittagspause θηλ
- παίρνω το πρωινό μου
- frühstücken
- διανυκτέρευση και πρωινό
- Übernachtung mit Frühstück
- κι από πάνω θέλεις να σου ετοιμάζω και το πρωινό σου!
- und dann/obendrein willst du, dass ich dir auch noch dein Frühstück mache!