στο λεξικό PONS
καταλογί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [katalɔˈjizɔ] VERB μεταβ
1. καταλογίζω (ποσό):
- καταλογίζω
- anrechnen
2. καταλογίζω (αποδίδω σε κάποιον):
- καταλογίζω κάτι σε κάποιον/κάτι
- jdm/einer Sache etw zuschreiben
- καταλογίζω ευθύνες σε κάποιον
- jdn für etw verantwortlich machen
- σας καταλοζίζονται τα εξής ΝΟΜ
- Ihnen wird Folgendes zur Last gelegt
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καταλογίζω ευθύνες σε κάποιον
- jdn für etw verantwortlich machen
- καταλογίζω κάτι σε κάποιον/κάτι
- jdm/einer Sache etw zuschreiben
- καταλογίζω σε κάποιον υπαιτιότητα για κάτι
- jdm die Schuld für etw zuweisen