στο λεξικό PONS
συστηματοποι|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [sistimatɔpiˈɔ] VERB μεταβ
- συστηματοποιώ
- systematisieren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- συστάδα
- συσταίνω
- σύσταση
- συστατικό
- συστατικός
- συστηματοποιώ
- συστημένος
- συστήνω
- συστολή
- συστράτευση
- συστρέφω