στο λεξικό PONS
επικαλ|ούμαι <-έστηκα> [ɛpikaˈlumɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
1. επικαλούμαι (καλώ: το θεό, κάποιο πνεύμα κτλ):
- επικαλούμαι
- anrufen
2. επικαλούμαι (ζητώ από κάποιον):
- επικαλούμαι τη βοήθεια κάποιου
- jdn um Hilfe anrufen
3. επικαλούμαι (προβάλλω για όφελός μου):
- επικαλούμαι κάτι
- sich auf etw αιτ berufen
- επικαλούμαι το νόμο Χ
- sich auf das Gesetz X berufen
- επικαλούμαι ένα άρθρο
- sich auf einen Artikel berufen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επικαλούμαι κάτι
- sich auf etw αιτ berufen
- επικαλούμαι τη βοήθεια κάποιου
- jdn um Hilfe anrufen
- επικαλούμαι το νόμο Χ
- sich auf das Gesetz X berufen
- επικαλούμαι ένα άρθρο
- sich auf einen Artikel berufen