στο λεξικό PONS
σημαντικ|ός <-ή, -ό> [simandiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. σημαντικός (που έχει σημασία, σπουδαίος):
- σημαντικός
- wichtig, bedeutsam
2. σημαντικός (αξιόλογος, όχι μικρός):
- σημαντικός
- bedeutend
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ιδιαζόντως σημαντικός
- ausgesprochen wichtig