στο λεξικό PONS
φιμώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [fiˈmɔnɔ] VERB μεταβ
1. φιμώνω (ζώο):
- φιμώνω ένα σκυλί
- einem Hund einen Maulkorb anlegen
2. φιμώνω (άνθρωπο, με ύφασμα):
- φιμώνω
- knebeln
3. φιμώνω μτφ:
- φιμώνω
- zum Schweigen bringen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φιμώνω ένα σκυλί
- einem Hund einen Maulkorb anlegen