στο λεξικό PONS
αναστατώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [anastaˈtɔnɔ] VERB μεταβ
1. αναστατώνω (ερεθίζω πολύ, διεγείρω):
- αναστατώνω
- erregen
2. αναστατώνω (νευριάζω):
- αναστατώνω
- aufregen
3. αναστατώνω (προκαλώ έντονα συναισθήματα):
- αναστατώνω
- aufwühlen
4. αναστατώνω (μπερδεύω: συρτάρι, μαλλιά):
- αναστατώνω
- durcheinanderbringen
5. αναστατώνω (πλήθος: προκαλώ αναταραχή):
- αναστατώνω
- in Aufruhr bringen/versetzen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.